αποχωρισμός
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αποχωρίζω Βικιλεξικό
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αποχωρίζομαι Βικιλεξικό
- απομόνωση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποχωρισμός < μεσαιωνική ελληνική ἀποχωρισμός < αποχωρίζω + -μός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αποχωρισμός | αποχωρισμοί |
| Γενική | αποχωρισμού | αποχωρισμών |
| Αιτιατική | αποχωρισμό | αποχωρισμούς |
| Κλητική | αποχωρισμέ | αποχωρισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →