Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αποϊδρυματοποίηση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ελαχιστοποίηση του αριθμού των ατόμων που διαβιούν σε κλειστά ιδρύματα Βικιλεξικό
    • επισημαίνοντας ότι καμία αλλαγή δεν μπορεί να γίνει στην παιδική προστασία χωρίς κατάργηση της ιδρυματικής φροντίδας, κλείσιμο των μεγάλων ιδρυμάτων και ενίσχυση ευάλωτων οικογενειών με παιδιά μέσω της υλοποίησης μιας Εθνικής Στρατηγικής Αποϊδρυματοποίησης (Μόνη διέξοδος για τα παιδιά η αποϊδρυματοποίηση, newsbeast.gr, 18/05/2022 https://www.efsyn.gr/oikonomia/elliniki-oikonomia/344334_moni-diexodos-gia-ta-paidia-i-apoidrymatopoiisi)

Ετυμολογία

αποϊδρυματοποίηση < απο- + ιδρυματοποιώ

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαποϊδρυματοποίησηαποϊδρυματοποιήσεις
Γενικήαποϊδρυματοποίησηςαποϊδρυματοποιήσεων
Αιτιατικήαποϊδρυματοποίησηαποϊδρυματοποιήσεις
Κλητικήαποϊδρυματοποίησηαποϊδρυματοποιήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →