Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ιδρυματισμός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. λόγιοοι (συνήθως αρνητικές) επιπτώσεις που έχει, στην προσωπικότητα και τη συμπεριφορά όσων διαβιούν σε κάποιο ίδρυμα, η παραταμένη διαμονή τους σ’ αυτό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ιδρυματισμός < ίδρυμα + -ισμός ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική institutionalism)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήιδρυματισμόςιδρυματισμοί
Γενικήιδρυματισμούιδρυματισμών
Αιτιατικήιδρυματισμόιδρυματισμούς
Κλητικήιδρυματισμέιδρυματισμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →