αποϋλοποιώ
•
- οικονομίαπαύω να υπάρχω σε φυσική (έντυπη) μορφή και η καταχώριση γίνεται αποκλειστικά σε ηλεκτρονικό μητρώο ή σύστημα Βικιλεξικό
- μεταφορικάαφαιρώ ή αρνούμαι τη σωματική ή υλική υπόσταση ενός πράγματος, προσεγγίζοντάς το ως ιδέα ή αφηρημένη έννοια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποϋλοποιώ < απο- + υλοποιώ (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική dématérialiser)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αποϋλοποιώ | αποϋλοποιείς | αποϋλοποιεί | αποϋλοποιούμε | αποϋλοποιείτε | αποϋλοποιούν / αποϋλοποιούνε |
| Παρατατικός | αποϋλοποιούσα | αποϋλοποιούσες | αποϋλοποιούσε | αποϋλοποιούσαμε | αποϋλοποιούσατε | αποϋλοποιούσαν / αποϋλοποιούσανε |
| Αόριστος | αποϋλοποίησα | αποϋλοποίησες | αποϋλοποίησε | αποϋλοποιήσαμε | αποϋλοποιήσατε | αποϋλοποίησαν / αποϋλοποιήσαν / αποϋλοποιήσανε |
| Μέλλοντας | θα αποϋλοποιήσω / θα αποϋλοποιώ | θα αποϋλοποιήσεις / θα αποϋλοποιείς | θα αποϋλοποιήσει / θα αποϋλοποιεί | θα αποϋλοποιήσουμε / θα αποϋλοποιούμε | θα αποϋλοποιήσετε / θα αποϋλοποιείτε | θα αποϋλοποιήσουν / θα αποϋλοποιήσουνε / θα αποϋλοποιούν / θα αποϋλοποιούνε |
| Παρακείμενος | έχω αποϋλοποιήσει | έχεις αποϋλοποιήσει | έχει αποϋλοποιήσει | έχουμε αποϋλοποιήσει | έχετε αποϋλοποιήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αποϋλοποιήσει | είχες αποϋλοποιήσει | είχε αποϋλοποιήσει | είχαμε αποϋλοποιήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αποϋλοποιήσει / να αποϋλοποιήσω / να αποϋλοποιώ | να έχεις αποϋλοποιήσει / να αποϋλοποιήσεις / να αποϋλοποιείς | να έχει αποϋλοποιήσει / να αποϋλοποιήσει / να αποϋλοποιεί | να έχουμε αποϋλοποιήσει / να αποϋλοποιήσουμε / να αποϋλοποιούμε | να έχετε αποϋλοποιήσει / να αποϋλοποιήσετε / να αποϋλοποιείτε | να αποϋλοποιήσουν / να αποϋλοποιήσουνε / να αποϋλοποιούν / να αποϋλοποιούνε |
| Προστακτική | — | αποϋλοποίει / αποϋλοποίησε | — | — | αποϋλοποιήστε / αποϋλοποιείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →