Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απροσπέλαστος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου δεν μπορεί (εύκολα) να τον πλησιάσει κανείς Βικιλεξικό
  2. λόγιοδύσκολα προσβάσιμος Βικιλεξικό
  3. λόγιοδύσκολος στην κατανόηση, με βαθύ νόημα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

απροσπέλαστος < (ελληνιστική κοινή)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπροσπέλαστοςαπροσπέλαστηαπροσπέλαστο
Γενικήαπροσπέλαστουαπροσπέλαστηςαπροσπέλαστου
Αιτιατικήαπροσπέλαστοαπροσπέλαστηαπροσπέλαστο
Κλητικήαπροσπέλαστεαπροσπέλαστηαπροσπέλαστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπροσπέλαστοιαπροσπέλαστεςαπροσπέλαστα
Γενικήαπροσπέλαστωναπροσπέλαστωναπροσπέλαστων
Αιτιατικήαπροσπέλαστουςαπροσπέλαστεςαπροσπέλαστα
Κλητικήαπροσπέλαστοιαπροσπέλαστεςαπροσπέλαστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →