προσπελάσιμος
•
- που μπορεί να προσπελαστεί, που μπορεί να τον πλησιάσει κανένας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προσπελάσιμος < προσπελάσ- + -ιμος < προσπελάζω (= πλησιάζω)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | προσπελάσιμος | προσπελάσιμη | προσπελάσιμο |
| Γενική | προσπελάσιμου | προσπελάσιμης | προσπελάσιμου |
| Αιτιατική | προσπελάσιμο | προσπελάσιμη | προσπελάσιμο |
| Κλητική | προσπελάσιμε | προσπελάσιμη | προσπελάσιμο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | προσπελάσιμοι | προσπελάσιμες | προσπελάσιμα |
| Γενική | προσπελάσιμων | προσπελάσιμων | προσπελάσιμων |
| Αιτιατική | προσπελάσιμους | προσπελάσιμες | προσπελάσιμα |
| Κλητική | προσπελάσιμοι | προσπελάσιμες | προσπελάσιμα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →