Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απρόκλητος

/aˈpɾo.kli.tos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν τον προκάλεσε κάποιος ή κάτι, που ενήργησε δίχως αιτία ή αφορμή, που σημειώθηκε χωρίς πρόκληση Βικιλεξικό
    • απρόκλητη επίθεση
    • μου επιτέθηκε απρόκλητος

Ετυμολογία

απρόκλητος < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἀπρόκλητος ἀ- (α-) στερητικό + (προκαλώ) θέμα παθητικού αορίστου προκλη- + -τος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπρόκλητοςαπρόκλητηαπρόκλητο
Γενικήαπρόκλητουαπρόκλητηςαπρόκλητου
Αιτιατικήαπρόκλητοαπρόκλητηαπρόκλητο
Κλητικήαπρόκλητεαπρόκλητηαπρόκλητο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπρόκλητοιαπρόκλητεςαπρόκλητα
Γενικήαπρόκλητωναπρόκλητωναπρόκλητων
Αιτιατικήαπρόκλητουςαπρόκλητεςαπρόκλητα
Κλητικήαπρόκλητοιαπρόκλητεςαπρόκλητα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →