απρόσληπτος
•
- που δεν έχει προσληφθεί ή δεν μπορεί να προσληφθεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απρόσληπτος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀπρόσληπτος < ἀ- στερητικό + αρχαία ελληνική προσλαμβάνω < πρός + λαμβάνω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *sleh₂gʷ-
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | απρόσληπτος | απρόσληπτη | απρόσληπτο |
| Γενική | απρόσληπτου | απρόσληπτης | απρόσληπτου |
| Αιτιατική | απρόσληπτο | απρόσληπτη | απρόσληπτο |
| Κλητική | απρόσληπτε | απρόσληπτη | απρόσληπτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | απρόσληπτοι | απρόσληπτες | απρόσληπτα |
| Γενική | απρόσληπτων | απρόσληπτων | απρόσληπτων |
| Αιτιατική | απρόσληπτους | απρόσληπτες | απρόσληπτα |
| Κλητική | απρόσληπτοι | απρόσληπτες | απρόσληπτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →