προσληφθείς
•
- λόγιοπου έχει προσληφθεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προσληφθείς < αρχαία ελληνική προσληφθείς, μετοχή παθητικού αορίστου του ρήματος προσλαμβάνω
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | προσληφθέντας / προσληφθείς | προσληφθείσα / προσληφθη | προσληφθέν / προσληφθο |
| Γενική | προσληφθέντα / προσληφθέντος | προσληφθείσας / προσληφθείσης | προσληφθέντος |
| Αιτιατική | προσληφθέντα | προσληφθείσα | προσληφθέν |
| Κλητική | προσληφθέντα / προσληφθείς | προσληφθείσα | προσληφθέν |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | προσληφθέντες | προσληφθείσες | προσληφθέντα |
| Γενική | προσληφθέντων | προσληφθεισών | προσληφθέντων |
| Αιτιατική | προσληφθέντες | προσληφθείσες | προσληφθέντα |
| Κλητική | προσληφθέντες | προσληφθείσες | προσληφθέντα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →