Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

προσληφθείς

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου έχει προσληφθεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

προσληφθείς < αρχαία ελληνική προσληφθείς, μετοχή παθητικού αορίστου του ρήματος προσλαμβάνω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπροσληφθέντας / προσληφθείςπροσληφθείσα / προσληφθηπροσληφθέν / προσληφθο
Γενικήπροσληφθέντα / προσληφθέντοςπροσληφθείσας / προσληφθείσηςπροσληφθέντος
Αιτιατικήπροσληφθένταπροσληφθείσαπροσληφθέν
Κλητικήπροσληφθέντα / προσληφθείςπροσληφθείσαπροσληφθέν

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπροσληφθέντεςπροσληφθείσεςπροσληφθέντα
Γενικήπροσληφθέντωνπροσληφθεισώνπροσληφθέντων
Αιτιατικήπροσληφθέντεςπροσληφθείσεςπροσληφθέντα
Κλητικήπροσληφθέντεςπροσληφθείσεςπροσληφθέντα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →