απτός
•
- που μπορεί κανείς να αγγίξει Βικιλεξικό
- Το άτομο από σώμα γίνεται σκιά, από σαρκική ύπαρξη, σκιώδης πρόγονος, από απτή παρουσία, τοτέμ και φόβητρο του παρελθόντος. (περιοδικό Διαβάζω, τεύχη 377-380, 1997)
- μεταφορικάολοφάνερος, ξεκάθαρος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απτός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική < ἅπτω : για τη σημασία «φανερός» < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική tangible
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | απτός | απτή | απτό |
| Γενική | απτού | απτής | απτού |
| Αιτιατική | απτό | απτή | απτό |
| Κλητική | απτέ | απτή | απτό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | απτοί | απτές | απτά |
| Γενική | απτών | απτών | απτών |
| Αιτιατική | απτούς | απτές | απτά |
| Κλητική | απτοί | απτές | απτά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →