απόγειο
•
- αστρονομίατο σημείο της ελλειπτικής τροχιάς ενός ουράνιου σώματος ή τεχνητού δορυφόρου όπου η απόσταση από τη Γη είναι η μέγιστη. Βικιλεξικό
- Στις 20.44 το βράδυ της Κυριακής (ώρα Ελλάδας) το φεγγάρι θα βρεθεί στο λεγόμενο περίγειο, δηλαδή στην ελάχιστη απόσταση από τον μητρικό του πλανήτη, που είναι περίπου 357.000 χιλιόμετρα. Αυτό θα συμβεί μόλις 26 λεπτά πριν το φεγγάρι περάσει επίσημα στη φάση της πανσελήνου. Σύμφωνα με τη NASA, η «υπερπανσέληνος» αυτή θα είναι έως και 14% μεγαλύτερη και 30% πιο λαμπρή από ό,τι οι πανσέληνοι στο απόγειο, όταν η Σελήνη βρίσκεται στη μέγιστη απόστασή της. (* εφημερίδα Το Βήμα)
- μεταφορικάτο αποκορύφωμα, το ανώτερο σημείο Βικιλεξικό
- στο απόγειο της καριέρας του
- παρωχημένη σημασίαπαλαμάρι, χοντρό ναυτικό σκοινί (όπως το ελληνιστικό ἀπόγειον - εννοείται το ουσιαστικό πεῖσμα (σκοινί, στον Όμηρο: σκοινί πλοίου), ή σχοινίον) Βικιλεξικό
- ιδιωματικόο ψυχρός απόγειος άνεμος Βικιλεξικό
- ιδιωματικόψυχρός αέρας Βικιλεξικό
- ιδιωματικόη παγερή πρωινή δροσιά Βικιλεξικό
- ιδιωματικόη δροσιά από βροχή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απόγειο < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀπόγειον, ουδέτερο του αρχαίου επιθέτου ἀπόγειος στη φράση «ἀπόγειον σημεῖον» < ἀπό + -γειος (< γῆ) :* για τη σημασία «αποκορύφωμα» < λόγιο ενδογενές δάνειο: σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική apogée < ελληνιστική κοινή ἀπόγειον
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →