απόμπευτος
•
- που δεν τον έχουν πομπεύσει, δεν τον έχουν διαπομπεύσει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απόμπευτος < α- + πομπεύω + -τος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | απόμπευτος | απόμπευτη | απόμπευτο |
| Γενική | απόμπευτου | απόμπευτης | απόμπευτου |
| Αιτιατική | απόμπευτο | απόμπευτη | απόμπευτο |
| Κλητική | απόμπευτε | απόμπευτη | απόμπευτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | απόμπευτοι | απόμπευτες | απόμπευτα |
| Γενική | απόμπευτων | απόμπευτων | απόμπευτων |
| Αιτιατική | απόμπευτους | απόμπευτες | απόμπευτα |
| Κλητική | απόμπευτοι | απόμπευτες | απόμπευτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →