απόστροφος
•
- σημείο στίξης (΄) που σημειώνεται στη θέση ενός φωνήεντος που χάθηκε Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απόστροφος < ελληνιστική κοινή ἀπόστροφος, ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του αρχαίου επιθέτου ἀπόστροφος (στραμμένος σε άλλη μεριά) < ἀπό (από-) + -στροφος. Το αρσενικό, προσαρμοσμένος τύπος της δημοτικής.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | απόστροφος | απόστροφοι |
| Γενική | αποστρόφου | αποστρόφων |
| Αιτιατική | απόστροφο | αποστρόφους |
| Κλητική | απόστροφε / απόστροφο | απόστροφοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →