αποστρέφω
•
- στρέφω αλλού, προς άλλη κατεύθυνση), το πρόσωπο ή το βλέμμα μου, για να εκφράσω άρνηση, δυσαρέσκεια, περιφρόνηση κ.λπ. Βικιλεξικό
- αποστρέφω το βλέμμα μου
- Υπολόγισα πως η Πέρσα θα κόντευε πλέον τα είκοσι. Ίσως και να τα είχε πατήσει. Οι συνομήλικές της θα πήγαιναν στις σχολές τους ή θα δούλευαν πωλήτριες, θα έβγαιναν τα βράδια σε κλαμπ ή σε τσιπουράδικα. Ερχόταν άραγε πια καμιά κολλητή της να τη δει; Ή την είχαν όλοι της οι φίλοι ξεχάσει, κι όποτε χάζευαν νοσταλγικά φωτογραφίες από τους σχολικούς χορούς και από την πενταήμερη εκδρομή τους, απέστρεφαν ενστικτωδώς το βλέμμα τους από εκείνην;
Ετυμολογία
αποστρέφω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀποστρέφω < ἀπό > απο- + στρέφω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αποστρέφω | αποστρέφεις | αποστρέφει | αποστρέφουμε | αποστρέφετε | αποστρέφουν / αποστρέφουνε |
| Παρατατικός | απέστρεφα | απέστρεφες | απέστρεφε | αποστρέφαμε | αποστρέφατε | απέστρεφαν / αποστρέφαν / αποστρέφανε |
| Αόριστος | απέστρεψα / αποστράφηκα | απέστρεψες | απέστρεψε | αποστρέψαμε | αποστρέψατε | απέστρεψαν / αποστρέψαν / αποστρέψανε |
| Μέλλοντας | θα αποστρέφω / θα αποστρέψω | θα αποστρέφεις / θα αποστρέψεις | θα αποστρέφει / θα αποστρέψει | θα αποστρέφουμε / θα αποστρέψουμε | θα αποστρέφετε / θα αποστρέψετε | θα αποστρέφουν / θα αποστρέφουνε / θα αποστρέψουν / θα αποστρέψουνε |
| Παρακείμενος | έχω αποστρέψει | έχεις αποστρέψει | — | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αποστρέψει | είχες αποστρέψει | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αποστρέψει / να αποστρέφω / να αποστρέψω | να έχεις αποστρέψει / να αποστρέφεις / να αποστρέψεις | να αποστρέφει / να αποστρέψει | να αποστρέφουμε / να αποστρέψουμε | να αποστρέφετε / να αποστρέψετε | να αποστρέφουν / να αποστρέφουνε / να αποστρέψουν / να αποστρέψουνε |
| Προστακτική | — | έχε αποστραμμένο / απόστρεφε / απόστρεψε | — | — | αποστρέφετε / αποστρέψτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
αποστρέφομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →