Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αποστρέφω

/a.poˈstɾe.fo/ρήμα
•
  1. στρέφω αλλού, προς άλλη κατεύθυνση), το πρόσωπο ή το βλέμμα μου, για να εκφράσω άρνηση, δυσαρέσκεια, περιφρόνηση κ.λπ. Βικιλεξικό
    • αποστρέφω το βλέμμα μου
    • Υπολόγισα πως η Πέρσα θα κόντευε πλέον τα είκοσι. Ίσως και να τα είχε πατήσει. Οι συνομήλικές της θα πήγαιναν στις σχολές τους ή θα δούλευαν πωλήτριες, θα έβγαιναν τα βράδια σε κλαμπ ή σε τσιπουράδικα. Ερχόταν άραγε πια καμιά κολλητή της να τη δει; Ή την είχαν όλοι της οι φίλοι ξεχάσει, κι όποτε χάζευαν νοσταλγικά φωτογραφίες από τους σχολικούς χορούς και από την πενταήμερη εκδρομή τους, απέστρεφαν ενστικτωδώς το βλέμμα τους από εκείνην;

Ετυμολογία

αποστρέφω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀποστρέφω < ἀπό > απο- + στρέφω

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαποστρέφωαποστρέφειςαποστρέφειαποστρέφουμεαποστρέφετεαποστρέφουν / αποστρέφουνε
Παρατατικόςαπέστρεφααπέστρεφεςαπέστρεφεαποστρέφαμεαποστρέφατεαπέστρεφαν / αποστρέφαν / αποστρέφανε
Αόριστοςαπέστρεψα / αποστράφηκααπέστρεψεςαπέστρεψεαποστρέψαμεαποστρέψατεαπέστρεψαν / αποστρέψαν / αποστρέψανε
Μέλλονταςθα αποστρέφω / θα αποστρέψωθα αποστρέφεις / θα αποστρέψειςθα αποστρέφει / θα αποστρέψειθα αποστρέφουμε / θα αποστρέψουμεθα αποστρέφετε / θα αποστρέψετεθα αποστρέφουν / θα αποστρέφουνε / θα αποστρέψουν / θα αποστρέψουνε
Παρακείμενοςέχω αποστρέψειέχεις αποστρέψει————
Υπερσυντέλικοςείχα αποστρέψειείχες αποστρέψει————
Υποτακτικήνα έχω αποστρέψει / να αποστρέφω / να αποστρέψωνα έχεις αποστρέψει / να αποστρέφεις / να αποστρέψειςνα αποστρέφει / να αποστρέψεινα αποστρέφουμε / να αποστρέψουμενα αποστρέφετε / να αποστρέψετενα αποστρέφουν / να αποστρέφουνε / να αποστρέψουν / να αποστρέψουνε
Προστακτική—έχε αποστραμμένο / απόστρεφε / απόστρεψε——αποστρέφετε / αποστρέψτε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

αποστρέφομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →