απόσχιση
•
- η ενέργεια, η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αποσχίζω ή του αποσχίζομαι Βικιλεξικό
- η ενέργεια, η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αποσχίζω ή του αποσχίζομαι Βικιλεξικό
- η ενέργεια, η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αποσχίζω ή του αποσχίζομαι Βικιλεξικό
- η ενέργεια, η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αποσχίζω ή του αποσχίζομαι Βικιλεξικό
- η ενέργεια, η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αποσχίζω ή του αποσχίζομαι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απόσχιση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀπόσχι(σις) + -ση < ἀποσχίζω < ἀπό + σχίζω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | απόσχιση | αποσχίσεις |
| Γενική | απόσχισης | αποσχίσεων |
| Αιτιατική | απόσχιση | αποσχίσεις |
| Κλητική | απόσχιση | αποσχίσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →