Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απόσχιση

/aˈpo.sçi.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ενέργεια, η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αποσχίζω ή του αποσχίζομαι Βικιλεξικό
  2. η ενέργεια, η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αποσχίζω ή του αποσχίζομαι Βικιλεξικό
  3. η ενέργεια, η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αποσχίζω ή του αποσχίζομαι Βικιλεξικό
  4. η ενέργεια, η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αποσχίζω ή του αποσχίζομαι Βικιλεξικό
  5. η ενέργεια, η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αποσχίζω ή του αποσχίζομαι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

απόσχιση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀπόσχι(σις) + -ση < ἀποσχίζω < ἀπό + σχίζω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαπόσχισηαποσχίσεις
Γενικήαπόσχισηςαποσχίσεων
Αιτιατικήαπόσχισηαποσχίσεις
Κλητικήαπόσχισηαποσχίσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →