Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απότιστος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει ποτιστεί, δεν του έχουν ρίξει ή δώσει νερό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

απότιστος < (ελληνιστική κοινή)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπότιστοςαπότιστηαπότιστο
Γενικήαπότιστουαπότιστηςαπότιστου
Αιτιατικήαπότιστοαπότιστηαπότιστο
Κλητικήαπότιστεαπότιστηαπότιστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπότιστοιαπότιστεςαπότιστα
Γενικήαπότιστωναπότιστωναπότιστων
Αιτιατικήαπότιστουςαπότιστεςαπότιστα
Κλητικήαπότιστοιαπότιστεςαπότιστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →