ποτίζω
•
- μεταβατικόρίχνω νερό στο χώμα όπου είναι φυτεμένα κάποια φυτά Βικιλεξικό
- τώρα πού θα λείπω, θα μου ποτίζεις τα λουλούδια μου;
- ξέχασα να ποτίσω αυτή τη γλάστρα και μαράθηκε το λουλούδι
- μεταβατικόδίνω νερό σε ζώα για να πιούν Βικιλεξικό
- Δεν θαρρείς πως όπου να 'ναι θα 'ρθουν οι βοσκοί της Αρκαδίας, να ποτίσουν τα κοπάδια τους; (Μ. Καραγάτσης Με τον Καραβέλη στον Όλυμπο (1935) [διήγημα])
- μεταβατικόδίνω νερό ή κρασί σε κάποιον, π.χ. φιλοξενούμενο Βικιλεξικό
- τόσο καιρό τους ταΐζαμε και τους ποτίζαμε και ποιο το ευχαριστώ;
- μεταβατικόδίνω σε κάποιον κάτι επιβλαβές Βικιλεξικό
- σε πότισα νερό, με πότισες φαρμάκι
- μεταβατικόεμποτίζω Βικιλεξικό
- έφαγε η κάψα τα χωράφια τους κ' η αρμύρα πότισε τα σπίτια τους (Γιάννης Ρίτσος, ποίημα Ρωμιοσύνη)
- αμετάβατοεμποτίζομαι, για υγρό που διεισδύει βαθιά σε ένα υλικό και σχηματίζει ένα ορατό σημάδι Βικιλεξικό
- αν σου πέσει κρασί στο μάρμαρο, υπάρχει κίνδυνος να ποτίσει
- μεταβατικόδιαποτίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ποτίζω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ποτίζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ποτίζω | ποτίζεις | ποτίζει | ποτίζουμε | ποτίζετε | ποτίζουν / ποτίζουνε |
| Παρατατικός | πότιζα | πότιζες | πότιζε | ποτίζαμε | ποτίζατε | ποτίζαν / ποτίζανε / πότιζαν |
| Αόριστος | πότισα | πότισες | πότισε | ποτίσαμε | ποτίσατε | ποτίσαν / ποτίσανε / πότισαν |
| Μέλλοντας | θα ποτίζω / θα ποτίσω | θα ποτίζεις / θα ποτίσεις | θα ποτίζει / θα ποτίσει | θα ποτίζουμε / θα ποτίσουμε | θα ποτίζετε / θα ποτίσετε | θα ποτίζουν / θα ποτίζουνε / θα ποτίσουν / θα ποτίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ποτίσει | έχεις ποτίσει | έχει ποτίσει | έχουμε ποτίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ποτίσει | είχες ποτίσει | είχε ποτίσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ποτίσει / να ποτίζω / να ποτίσω | να έχεις ποτίσει / να ποτίζεις / να ποτίσεις | να έχει ποτίσει / να ποτίζει / να ποτίσει | να έχουμε ποτίσει / να ποτίζουμε / να ποτίσουμε | να ποτίζετε / να ποτίσετε | να ποτίζουν / να ποτίζουνε / να ποτίσουν / να ποτίσουνε |
| Προστακτική | — | πότιζε / πότισε | — | — | ποτίζετε / ποτίστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ποτίστηκαποτίζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →