απότοκος
•
- λόγιοπου παράγεται ως αποτέλεσμα από προηγούμενο γεγονός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απότοκος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀπότοκος < ἀπό + αρχαία ελληνική τόκος < τίκτω (δημιουργώ, γεννώ), μορφολογικά αναλύεται από- + -τοκος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | απότοκος | απότοκη / απότοκος | απότοκο |
| Γενική | αποτόκου / απότοκου | αποτόκου / απότοκης | αποτόκου / απότοκου |
| Αιτιατική | απότοκο | απότοκη / απότοκο | απότοκο |
| Κλητική | απότοκε | απότοκε / απότοκη | απότοκο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | απότοκοι | απότοκες / απότοκοι | απότοκα |
| Γενική | αποτόκων / απότοκων | αποτόκων / απότοκων | αποτόκων / απότοκων |
| Αιτιατική | αποτόκους / απότοκους | αποτόκους / απότοκες | απότοκα |
| Κλητική | απότοκοι | απότοκες / απότοκοι | απότοκα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →