Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επακόλουθος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που επακολουθεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

επακόλουθος < ελληνιστική κοινή ἐπακόλουθος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπακόλουθοςεπακόλουθηεπακόλουθο
Γενικήεπακόλουθουεπακόλουθηςεπακόλουθου
Αιτιατικήεπακόλουθοεπακόλουθηεπακόλουθο
Κλητικήεπακόλουθεεπακόλουθηεπακόλουθο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπακόλουθοιεπακόλουθεςεπακόλουθα
Γενικήεπακόλουθωνεπακόλουθωνεπακόλουθων
Αιτιατικήεπακόλουθουςεπακόλουθεςεπακόλουθα
Κλητικήεπακόλουθοιεπακόλουθεςεπακόλουθα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →