Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απόφραξη

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού αποφράζω Βικιλεξικό
  2. η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού αποφράζω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

απόφραξη < αρχαία ελληνική ἀπόφραξις < ἀποφράσσω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαπόφραξηαποφράξεις
Γενικήαπόφραξηςαποφράξεων
Αιτιατικήαπόφραξηαποφράξεις
Κλητικήαπόφραξηαποφράξεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →