αραμπάς
•
- τετράτροχη άμαξα που τη σέρνουν ζώα Βικιλεξικό
- Αραμπάς περνά, σκόνη γίνεται,
- σήκωσ’ το φουστανάκι σου να μη σκονίζεται.
- (στίχοι παραδοσιακού τραγουδιού)
Ετυμολογία
αραμπάς < τουρκική araba < πρωτοτουρκική *araba / *arba (άμαξα, τροχός)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αραμπάς | αραμπάδες |
| Γενική | αραμπά | αραμπάδων |
| Αιτιατική | αραμπά | αραμπάδες |
| Κλητική | αραμπά | αραμπάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →