Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αραμπάς

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. τετράτροχη άμαξα που τη σέρνουν ζώα Βικιλεξικό
    • Αραμπάς περνά, σκόνη γίνεται,
    • σήκωσ’ το φουστανάκι σου να μη σκονίζεται.
    • (στίχοι παραδοσιακού τραγουδιού)

Ετυμολογία

αραμπάς < τουρκική araba < πρωτοτουρκική *araba / *arba (άμαξα, τροχός)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαραμπάςαραμπάδες
Γενικήαραμπάαραμπάδων
Αιτιατικήαραμπάαραμπάδες
Κλητικήαραμπάαραμπάδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →