αρμανικός
•
- που έχει σχέση με τους Αρμάνους, ανήκει, αναφέρεται σε ή προέρχεται απο αυτούς. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αρμανικός < Αρμάνος + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αρμανικός | αρμανική | αρμανικό |
| Γενική | αρμανικού | αρμανικής | αρμανικού |
| Αιτιατική | αρμανικό | αρμανική | αρμανικό |
| Κλητική | αρμανικέ | αρμανική | αρμανικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αρμανικοί | αρμανικές | αρμανικά |
| Γενική | αρμανικών | αρμανικών | αρμανικών |
| Αιτιατική | αρμανικούς | αρμανικές | αρμανικά |
| Κλητική | αρμανικοί | αρμανικές | αρμανικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →