Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αρμανικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τους Αρμάνους, ανήκει, αναφέρεται σε ή προέρχεται απο αυτούς. Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αρμανικός < Αρμάνος + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαρμανικόςαρμανικήαρμανικό
Γενικήαρμανικούαρμανικήςαρμανικού
Αιτιατικήαρμανικόαρμανικήαρμανικό
Κλητικήαρμανικέαρμανικήαρμανικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαρμανικοίαρμανικέςαρμανικά
Γενικήαρμανικώναρμανικώναρμανικών
Αιτιατικήαρμανικούςαρμανικέςαρμανικά
Κλητικήαρμανικοίαρμανικέςαρμανικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →