Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κουτσοβλαχικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με, προέρχεται απο τους κουτσόβλαχους ή αναφέρεται σ' αυτούς Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κουτσοβλαχικός < κουτσόβλαχος + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκουτσοβλαχικόςκουτσοβλαχικήκουτσοβλαχικό
Γενικήκουτσοβλαχικούκουτσοβλαχικήςκουτσοβλαχικού
Αιτιατικήκουτσοβλαχικόκουτσοβλαχικήκουτσοβλαχικό
Κλητικήκουτσοβλαχικέκουτσοβλαχικήκουτσοβλαχικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκουτσοβλαχικοίκουτσοβλαχικέςκουτσοβλαχικά
Γενικήκουτσοβλαχικώνκουτσοβλαχικώνκουτσοβλαχικών
Αιτιατικήκουτσοβλαχικούςκουτσοβλαχικέςκουτσοβλαχικά
Κλητικήκουτσοβλαχικοίκουτσοβλαχικέςκουτσοβλαχικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →