αρματώνω
•
- εφοδιάζω με όπλα ή άλλο σχετικό υλικό Βικιλεξικό
- βάζω σε καράβι τον κατάλληλο εξοπλισμό, εξαρτήματα ή άλλα όργανα Βικιλεξικό
- ετοιμάζω, ξεκινώ, εξοπλίζω για κάποιον λόγο Βικιλεξικό
- αρματώνω τον ανεμόμυλο
Ετυμολογία
αρματώνω < μεσαιωνική ελληνική αρματώνω < άρμα (*αρματ-) + -ώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αρματώνω | αρματώνεις | αρματώνει | αρματώνουμε | αρματώνετε | αρματώνουν / αρματώνουνε |
| Παρατατικός | αρμάτωνα | αρμάτωνες | αρμάτωνε | αρματώναμε | αρματώνατε | αρμάτωναν / αρματώναν / αρματώνανε |
| Αόριστος | αρμάτωσα | αρμάτωσες | αρμάτωσε | αρματώσαμε | αρματώσατε | αρμάτωσαν / αρματώσαν / αρματώσανε |
| Μέλλοντας | θα αρματώνω / θα αρματώσω | θα αρματώνεις / θα αρματώσεις | θα αρματώνει / θα αρματώσει | θα αρματώνουμε / θα αρματώσουμε | θα αρματώνετε / θα αρματώσετε | θα αρματώνουν / θα αρματώνουνε / θα αρματώσουν / θα αρματώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αρματώσει | έχεις αρματώσει | έχει αρματώσει | έχουμε αρματώσει | έχετε αρματώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αρματώσει | είχες αρματώσει | είχε αρματώσει | είχαμε αρματώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αρματώσει / να αρματώνω / να αρματώσω | να έχεις αρματώσει / να αρματώνεις / να αρματώσεις | να έχει αρματώσει / να αρματώνει / να αρματώσει | να έχουμε αρματώσει / να αρματώνουμε / να αρματώσουμε | να έχετε αρματώσει / να αρματώνετε / να αρματώσετε | να αρματώνουν / να αρματώνουνε / να αρματώσουν / να αρματώσουνε |
| Προστακτική | — | αρμάτωνε / αρμάτωσε | — | — | αρματώνετε / αρματώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →