αρμόζω
•
- συνήθως στο γ' πρόσωποταιριάζω, είμαι ο κατάλληλος από ηθική άποψη Βικιλεξικό
- προσαρμόζομαι, συνταιριάζομαι Βικιλεξικό
- Αυτά τα λόγια δεν αρμόζουν σε έναν νέο άνθρωπο.
Ετυμολογία
αρμόζω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἁρμόζω < ἁρμόττω < ἁρμός < ἀραρίσκω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *h₂er- (συνδέω, ταιριάζω, τοποθετώ μαζί)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αρμόζω | αρμόζεις | αρμόζει | αρμόζουμε | αρμόζετε | αρμόζουν / αρμόζουνε |
| Παρατατικός | άρμοζα | άρμοζες | άρμοζε | αρμόζαμε | αρμόζατε | άρμοζαν / αρμόζαν / αρμόζανε |
| Αόριστος | άρμοσα | άρμοσες | άρμοσε | αρμόσαμε | αρμόσατε | άρμοσαν / αρμόσαν / αρμόσανε |
| Μέλλοντας | θα αρμόζω / θα αρμόσω | θα αρμόζεις / θα αρμόσεις | θα αρμόζει / θα αρμόσει | θα αρμόζουμε / θα αρμόσουμε | θα αρμόζετε / θα αρμόσετε | θα αρμόζουν / θα αρμόζουνε / θα αρμόσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αρμόσει | έχεις αρμόσει | έχει αρμόσει | έχουμε αρμόσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αρμόσει | είχες αρμόσει | είχε αρμόσει | είχαμε αρμόσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αρμόσει / να αρμόζω / να αρμόσω | να έχεις αρμόσει / να αρμόζεις / να αρμόσεις | να έχει αρμόσει / να αρμόζει / να αρμόσει | να έχουμε αρμόσει / να αρμόζουμε / να αρμόσουμε | να αρμόζετε / να αρμόσετε | να αρμόζουν / να αρμόζουνε / να αρμόσουνε |
| Προστακτική | — | άρμοζε / άρμοσε / έχε αρμοσμένο | — | — | αρμόζετε / αρμόστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
αρμόσουν
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →