προσαρμόζω
•
- στερεώνω κάτι σε κάτι άλλο, τα ταιριάζω μεταξύ τους και τα συνδέω Βικιλεξικό
- αλλάζω κάτι ή το τροποποιώ, ώστε να ταιριάζει ή να συμφωνεί με κάτι άλλο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προσαρμόζω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική προσαρμόζω < πρός + ἁρμόζω < ἁρμός < ἀραρίσκω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₂er- (συνδέω, ταιριάζω, τοποθετώ μαζί). Συγχρονικά αναλύεται σε προσ- + αρμόζω : τροποποιώ < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική adapter
Άλλοι τύποι
προσάρμοσαπροσαρμοσμένοςπροσαρμόζομαιπροσαρμόστηκα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →