αρνί
•
- θηλαστικό ζώοτο μικρό πρόβατο Βικιλεξικό
- συνεκδοχικάτο κρέας του συγκεκριμένου ζώου Βικιλεξικό
- μεταφορικάο αθώος, ο άκακος άνθρωπος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αρνί < μεσαιωνική ελληνική ἀρνί(ν) < αρχαία ελληνική ἀρνίον, υποκοριστικό του ἀρήν < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *urh₁en
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αρνί | αρνιά |
| Γενική | αρνιού | αρνιών |
| Αιτιατική | αρνί | αρνιά |
| Κλητική | αρνί | αρνιά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →