Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αρσενικός

/aɾ.se.niˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που ανήκει στο φύλο που γονιμοποιεί Βικιλεξικό
  2. γραμματικήεννοείται γένος Βικιλεξικό
  3. ο σχετικός με εργαλείο ή εξάρτημα που εισολκεί σε έτερο Βικιλεξικό
    • αρσενικός σύνδεσμος μάνικας

Ετυμολογία

αρσενικός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἀρσενικός < ἄρρην / ἄρσην

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαρσενικόςαρσενική / αρσενικιάαρσενικό
Γενικήαρσενικούαρσενικής / αρσενικιάςαρσενικού
Αιτιατικήαρσενικόαρσενική / αρσενικιάαρσενικό
Κλητικήαρσενικέαρσενική / αρσενικιάαρσενικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαρσενικοίαρσενικέςαρσενικά
Γενικήαρσενικώναρσενικώναρσενικών
Αιτιατικήαρσενικούςαρσενικέςαρσενικά
Κλητικήαρσενικοίαρσενικέςαρσενικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →