Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αρχετυπικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου έχει σχέση με αρχέτυπο, αναφέρεται σ’ αυτό ή έχει τις ιδιότητές του Βικιλεξικό
    • Με αυτήν ακριβώς την έννοια, ο πρίγκιπας Μίσκιν είναι ταυτοχρόνως άγιος και αρχετυπικός «ηλίθιος» (Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, Η γυμνή βασίλισσα, εκδ. Καστανιώτη, 2014)
    • Η δομή, πρωταρχική και βασική, στην πραγματικότητα περιορίζεται σε μια αρχετυπική σύγκρουση αντιθετικών ζευγαριών: του Καλού με το Κακό, του Ανθρώπου με το Κτήνος, της Γυναίκας με τον Άντρα, του Παιδιού με τον Ενήλικο, του Πολιτισμού με τη Φύση. (Μαρί Λου, Πρόμαχος, εκδ. Πατάκης, 2016, μεταφραστής Αλέξης Καλοφωλιάς)

Ετυμολογία

αρχετυπικός < (καθαρεύουσα) ἀρχετυπικός < (ελληνιστική κοινή) *ἀρχετυπικός (βλ. ἀρχετυπικῶς)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαρχετυπικόςαρχετυπικήαρχετυπικό
Γενικήαρχετυπικούαρχετυπικήςαρχετυπικού
Αιτιατικήαρχετυπικόαρχετυπικήαρχετυπικό
Κλητικήαρχετυπικέαρχετυπικήαρχετυπικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαρχετυπικοίαρχετυπικέςαρχετυπικά
Γενικήαρχετυπικώναρχετυπικώναρχετυπικών
Αιτιατικήαρχετυπικούςαρχετυπικέςαρχετυπικά
Κλητικήαρχετυπικοίαρχετυπικέςαρχετυπικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →