Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αρχιγραμματέας

/aɾ.çi.ɣɾa.maˈte.as/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ο επικεφαλής γραμματέας της αρχιγραμματείας Βικιλεξικό
  2. θρησκείαο επικεφαλής γραμματέας της αρχιγραμματείας Βικιλεξικό
  3. ιστορίαο επικεφαλής γραμματέας της αρχιγραμματείας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αρχιγραμματέας < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀρχιγραμματεύς από την αιτιατική ενικού «τὸν ἀρχιγραμματέα». Μορφολογικά αναλύεται σε αρχι- + γραμματέας

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαρχιγραμματέαςαρχιγραμματείς
Γενικήαρχιγραμματέα / αρχιγραμματέωςαρχιγραμματέων
Αιτιατικήαρχιγραμματέααρχιγραμματείς
Κλητικήαρχιγραμματέααρχιγραμματείς

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →