αρχιγραμματέας
•
- ο επικεφαλής γραμματέας της αρχιγραμματείας Βικιλεξικό
- θρησκείαο επικεφαλής γραμματέας της αρχιγραμματείας Βικιλεξικό
- ιστορίαο επικεφαλής γραμματέας της αρχιγραμματείας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αρχιγραμματέας < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀρχιγραμματεύς από την αιτιατική ενικού «τὸν ἀρχιγραμματέα». Μορφολογικά αναλύεται σε αρχι- + γραμματέας
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αρχιγραμματέας | αρχιγραμματείς |
| Γενική | αρχιγραμματέα / αρχιγραμματέως | αρχιγραμματέων |
| Αιτιατική | αρχιγραμματέα | αρχιγραμματείς |
| Κλητική | αρχιγραμματέα | αρχιγραμματείς |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →