ασβεστοκάμινος
•
- κάμινος στην οποία παρασκευάζεται ασβέστης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ασβεστοκάμινος < ασβέστ(ης) + -ο- + κάμινος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ασβεστοκάμινος | ασβεστοκάμινοι |
| Γενική | ασβεστοκάμινου / ασβεστοκαμίνου | ασβεστοκάμινων / ασβεστοκαμίνων |
| Αιτιατική | ασβεστοκάμινο | ασβεστοκάμινους / ασβεστοκαμίνους |
| Κλητική | ασβεστοκάμινε / ασβεστοκάμινο | ασβεστοκάμινοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →