Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ασβεστόκτιστος

/a.zveˈsto.kti.stos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που είναι φτιαγμένος με ασβέστη Βικιλεξικό
    • Το σχόλιο για την «ελληνική διάνοια», ενώ ταιριάζει γάντι στην πολιτική φιλοσοφία -αν είναι γνωστή σε όσους κάνουν τη δουλειά του πολιτικού πολλά χρόνια-, σίγουρα δεν έδωσε πολιτική απάντηση στην ιστορική, αλλά και πρόσφατη ραχοκοκαλιά χειροπιαστών αιτιοτήτων για όλα όσα έγιναν, για όλα όσα δεν έγιναν («αναμνήσεις») και για όλα όσα πρέπει να γίνουν ώστε η Ελλάδα να μην ξανανιώσει ποτέ τόσο… ασβεστόκτιστος χώρα!

Ετυμολογία

ασβεστόκτιστος < μεσαιωνική ελληνική ἀσβεστόκτιστος. Μορφολογικά αναλύεται σε ασβεστό- + κτιστός.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήασβεστόκτιστοςασβεστόκτιστηασβεστόκτιστο
Γενικήασβεστόκτιστουασβεστόκτιστηςασβεστόκτιστου
Αιτιατικήασβεστόκτιστοασβεστόκτιστηασβεστόκτιστο
Κλητικήασβεστόκτιστεασβεστόκτιστηασβεστόκτιστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήασβεστόκτιστοιασβεστόκτιστεςασβεστόκτιστα
Γενικήασβεστόκτιστωνασβεστόκτιστωνασβεστόκτιστων
Αιτιατικήασβεστόκτιστουςασβεστόκτιστεςασβεστόκτιστα
Κλητικήασβεστόκτιστοιασβεστόκτιστεςασβεστόκτιστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →