χτίζω
•
- οικοδομικήκατασκευάζω με τούβλα, ξύλα ή άλλα υλικά κάτι (οίκημα, οικοδόμημα) Βικιλεξικό
- μεταφορικάδημιουργώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χτίζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική χτίζω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική κτίζω με ανομοίωση [kt] > [xt]. Δείτε και το κτίζω. Δεν σχετίζεται το κτίριο.
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | χτίζω | χτίζεις | χτίζει | χτίζουμε | χτίζετε | χτίζουν / χτίζουνε |
| Παρατατικός | έχτιζα | έχτιζες | έχτιζε | χτίζαμε | χτίζατε | έχτιζαν / χτίζαν / χτίζανε |
| Αόριστος | έχτισα | έχτισες | έχτισε | χτίσαμε | χτίσατε | έχτισαν / χτίσαν / χτίσανε |
| Μέλλοντας | θα χτίζω / θα χτίσω | θα χτίζεις / θα χτίσεις | θα χτίζει / θα χτίσει | θα χτίζουμε / θα χτίσουμε | θα χτίζετε / θα χτίσετε | θα χτίζουν / θα χτίζουνε / θα χτίσουν / θα χτίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω χτίσει | έχεις χτίσει | — | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα χτίσει | είχες χτίσει | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω χτίσει / να χτίζω / να χτίσω | να έχεις χτίσει / να χτίζεις / να χτίσεις | να χτίζει / να χτίσει | να χτίζουμε / να χτίσουμε | να χτίζετε / να χτίσετε | να χτίζουν / να χτίζουνε / να χτίσουν / να χτίσουνε |
| Προστακτική | — | έχε χτισμένο / χτίζε / χτίσε | — | — | χτίζετε / χτίστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
χτίστηκαχτίζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →