Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ασκάλωτος

/aˈska.lo.tos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει σκαλιά Βικιλεξικό
  2. που δεν έχει σκαλώσει ή πιαστεί κάπου Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάπου δεν έχει εμποδιστεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ασκάλωτος < α- στερητικό + σκαλωτός (σκαλώ(νω) + -τος)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήασκάλωτοςασκάλωτηασκάλωτο
Γενικήασκάλωτουασκάλωτηςασκάλωτου
Αιτιατικήασκάλωτοασκάλωτηασκάλωτο
Κλητικήασκάλωτεασκάλωτηασκάλωτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήασκάλωτοιασκάλωτεςασκάλωτα
Γενικήασκάλωτωνασκάλωτωνασκάλωτων
Αιτιατικήασκάλωτουςασκάλωτεςασκάλωτα
Κλητικήασκάλωτοιασκάλωτεςασκάλωτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →