Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ασκότιστος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δε σκεπάστηκε από σκοτάδι Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάπου δεν έχει ζαλάδες ή σκοτούρες Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ασκότιστος < μεσαιωνική ελληνική ασκότιστος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήασκότιστοςασκότιστηασκότιστο
Γενικήασκότιστουασκότιστηςασκότιστου
Αιτιατικήασκότιστοασκότιστηασκότιστο
Κλητικήασκότιστεασκότιστηασκότιστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήασκότιστοιασκότιστεςασκότιστα
Γενικήασκότιστωνασκότιστωνασκότιστων
Αιτιατικήασκότιστουςασκότιστεςασκότιστα
Κλητικήασκότιστοιασκότιστεςασκότιστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →