Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σκοτίζω

ρήμα
•
  1. ζαλίζω κάποιον απασχολώντας τον με κάτι, του σκοτίζω το μυαλό, τον ενοχλώ, τον επιβαρύνω Βικιλεξικό
    • Εδώ ήρθαμε να πιούμε κάνα κρασάκι να διασκεδάσουμε, μια μας σκοτίζεις τώρα με δυσάρεστα νέα.
    • Του είπα ότι θα μας κόψουν το ρεύμα αν δεν πληρώσουμε σήμερα τη ΔΕΗ κι αυτός ο αναίσθητος ούτε που σκοτίστηκε.
    • δε σκοτίζεται για τίποτα (ο αμέριμνος, ο ανοιχτόκαρδος, ο χαλαρός, αλλά ενίοτε και ο παντελώς αδιάφορος, ο αναίσθητος).
    • Σκοτίστηκα! (ειρωνικά) στα παλιά μου τα παπούτσια
  2. σπανιότερασκοτεινιάζω ένα χώρο, συσκοτίζω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σκοτίζω < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή σκοτίζω (κάνω σκοτεινό) & σκοτίζομαι (ζαλίζομαι) < αρχαία ελληνική σκότος

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςσκοτίζωσκοτίζειςσκοτίζεισκοτίζουμεσκοτίζετεσκοτίζουν / σκοτίζουνε
Παρατατικόςσκότιζασκότιζεςσκότιζεσκοτίζαμεσκοτίζατεσκοτίζαν / σκοτίζανε / σκότιζαν
Αόριστοςσκότισασκότισεςσκότισεσκοτίσαμεσκοτίσατεσκοτίσαν / σκοτίσανε / σκότισαν
Μέλλονταςθα σκοτίζω / θα σκοτίσωθα σκοτίζεις / θα σκοτίσειςθα σκοτίζει / θα σκοτίσειθα σκοτίζουμε / θα σκοτίσουμεθα σκοτίζετε / θα σκοτίσετεθα σκοτίζουν / θα σκοτίζουνε / θα σκοτίσουν / θα σκοτίσουνε
Παρακείμενοςέχω σκοτίσειέχεις σκοτίσειέχει σκοτίσειέχουμε σκοτίσει——
Υπερσυντέλικοςείχα σκοτίσειείχες σκοτίσειείχε σκοτίσει———
Υποτακτικήνα έχω σκοτίσει / να σκοτίζω / να σκοτίσωνα έχεις σκοτίσει / να σκοτίζεις / να σκοτίσειςνα έχει σκοτίσει / να σκοτίζει / να σκοτίσεινα έχουμε σκοτίσει / να σκοτίζουμε / να σκοτίσουμενα σκοτίζετε / να σκοτίσετενα σκοτίζουν / να σκοτίζουνε / να σκοτίσουν / να σκοτίσουνε
Προστακτική—σκότιζε / σκότισε——σκοτίζετε / σκοτίστε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

σκοτίστηκασκοτίζομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →