σκοτίζω
•
- ζαλίζω κάποιον απασχολώντας τον με κάτι, του σκοτίζω το μυαλό, τον ενοχλώ, τον επιβαρύνω Βικιλεξικό
- Εδώ ήρθαμε να πιούμε κάνα κρασάκι να διασκεδάσουμε, μια μας σκοτίζεις τώρα με δυσάρεστα νέα.
- Του είπα ότι θα μας κόψουν το ρεύμα αν δεν πληρώσουμε σήμερα τη ΔΕΗ κι αυτός ο αναίσθητος ούτε που σκοτίστηκε.
- δε σκοτίζεται για τίποτα (ο αμέριμνος, ο ανοιχτόκαρδος, ο χαλαρός, αλλά ενίοτε και ο παντελώς αδιάφορος, ο αναίσθητος).
- Σκοτίστηκα! (ειρωνικά) στα παλιά μου τα παπούτσια
- σπανιότερασκοτεινιάζω ένα χώρο, συσκοτίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σκοτίζω < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή σκοτίζω (κάνω σκοτεινό) & σκοτίζομαι (ζαλίζομαι) < αρχαία ελληνική σκότος
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σκοτίζω | σκοτίζεις | σκοτίζει | σκοτίζουμε | σκοτίζετε | σκοτίζουν / σκοτίζουνε |
| Παρατατικός | σκότιζα | σκότιζες | σκότιζε | σκοτίζαμε | σκοτίζατε | σκοτίζαν / σκοτίζανε / σκότιζαν |
| Αόριστος | σκότισα | σκότισες | σκότισε | σκοτίσαμε | σκοτίσατε | σκοτίσαν / σκοτίσανε / σκότισαν |
| Μέλλοντας | θα σκοτίζω / θα σκοτίσω | θα σκοτίζεις / θα σκοτίσεις | θα σκοτίζει / θα σκοτίσει | θα σκοτίζουμε / θα σκοτίσουμε | θα σκοτίζετε / θα σκοτίσετε | θα σκοτίζουν / θα σκοτίζουνε / θα σκοτίσουν / θα σκοτίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω σκοτίσει | έχεις σκοτίσει | έχει σκοτίσει | έχουμε σκοτίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σκοτίσει | είχες σκοτίσει | είχε σκοτίσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σκοτίσει / να σκοτίζω / να σκοτίσω | να έχεις σκοτίσει / να σκοτίζεις / να σκοτίσεις | να έχει σκοτίσει / να σκοτίζει / να σκοτίσει | να έχουμε σκοτίσει / να σκοτίζουμε / να σκοτίσουμε | να σκοτίζετε / να σκοτίσετε | να σκοτίζουν / να σκοτίζουνε / να σκοτίσουν / να σκοτίσουνε |
| Προστακτική | — | σκότιζε / σκότισε | — | — | σκοτίζετε / σκοτίστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
σκοτίστηκασκοτίζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →