ασπλαχνία
•
- το να είναι κάποιος άσπλαχνος, η ιδιότητα του άσπλαχνου Βικιλεξικό
- Ας πούμε εν τάχει ότι ο Πέτρος Σαπουντζής συνοψίζει ό,τι περισσότερο απεχθάνομαι στο ανθρώπινο είδος: τον τσαρλατανισμό, τον εξυπνακισμό, την ασπλαχνία, την τέχνη να θεωρείς ότι οι καλεσμένοι σου είναι ένα μάτσο σκατά, οι τηλεθεατές σου είναι ένα μάτσο σκατά κι εσύ ο σκατένιος μαέστρος της πιο σκατένιας ορχήστρας... (Πέτρος Τατσόπουλος, Η κυρία που λυπάται, εκδ. Μεταίχμιο, 2018)
Ετυμολογία
ασπλαχνία < ελληνιστική κοινή ἀσπλαγχνία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ασπλαχνία | ασπλαχνίες |
| Γενική | ασπλαχνίας | ασπλαχνιών |
| Αιτιατική | ασπλαχνία | ασπλαχνίες |
| Κλητική | ασπλαχνία | ασπλαχνίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →