Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σπλάχνο

/ˈspla.xno/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. γενική ονομασία για οποιοδήποτε από τα εσωτερικά όργανα του ανθρώπου ή άλλου ζωικού οργανισμού, κυρίως γι αυτά που βρίσκονται στην κοιλιακή χώρα, αλλά και τα πνευμόνια, τα γεννητικά όργανα και την καρδιά Βικιλεξικό
  2. συνεκδοχικάτο παιδί Βικιλεξικό
    • Έσκυψε γρήγορα με λαχτάρα και σφιχταγκάλιασε για στερνή φορά το σπλάχνο της. (Τάκης Αδάμος Ο όρκος του Μακρή [διήγημα])
  3. μεταφορικάτο εσωτερικό μέρος σε κάτι που θέλουμε να το παρουσιάσουμε σαν ζωντανό οργανισμό Βικιλεξικό
  4. αργκόη γκόμενα Βικιλεξικό
    • καθόταν απόμερα με το σπλάχνο και σορόπιαζε

Ετυμολογία

σπλάχνο < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική σπλάχνον < αρχαία ελληνική σπλάγχνον

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσπλάχνοσπλάχνα
Γενικήσπλάχνουσπλάχνων
Αιτιατικήσπλάχνοσπλάχνα
Κλητικήσπλάχνοσπλάχνα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →