σπλάχνο
•
- γενική ονομασία για οποιοδήποτε από τα εσωτερικά όργανα του ανθρώπου ή άλλου ζωικού οργανισμού, κυρίως γι αυτά που βρίσκονται στην κοιλιακή χώρα, αλλά και τα πνευμόνια, τα γεννητικά όργανα και την καρδιά Βικιλεξικό
- συνεκδοχικάτο παιδί Βικιλεξικό
- Έσκυψε γρήγορα με λαχτάρα και σφιχταγκάλιασε για στερνή φορά το σπλάχνο της. (Τάκης Αδάμος Ο όρκος του Μακρή [διήγημα])
- μεταφορικάτο εσωτερικό μέρος σε κάτι που θέλουμε να το παρουσιάσουμε σαν ζωντανό οργανισμό Βικιλεξικό
- αργκόη γκόμενα Βικιλεξικό
- καθόταν απόμερα με το σπλάχνο και σορόπιαζε
Ετυμολογία
σπλάχνο < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική σπλάχνον < αρχαία ελληνική σπλάγχνον
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σπλάχνο | σπλάχνα |
| Γενική | σπλάχνου | σπλάχνων |
| Αιτιατική | σπλάχνο | σπλάχνα |
| Κλητική | σπλάχνο | σπλάχνα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →