αστραπή
•
- μετεωρολογίατο στιγμιαίο φωτεινό φαινόμενο που συνοδεύει τον κεραυνό Βικιλεξικό
- η ξαφνική λάμψη του περιβάλλοντος που εμφανίζεται κατά τη διάρκεια κεραυνού
- το υπερβολικά φωτεινό φαινόμενο που εμφανίζεται ακριβώς στο σημείο της ηλεκτρικής εκκένωσης, ο κεραυνός
- μεταφορικάκάτι που γίνεται γρήγορα κι έχει μικρή διάρκεια Βικιλεξικό
- Μας έρριξε στο δρόμο προς τη χώρα / με γρήγορο το χέρι ως αστραπή. / Μαζί στον κόσμο μα μονάχοι τώρα, / μια μοναξιά σαν τάφου σιωπή. (Μαρία Πολυδούρη, (Κ’ ήρθε μοιραία...), από την ποιητική συλλογή Οι Τρίλλιες που Σβήνουν)
Ετυμολογία
αστραπή < αρχαία ελληνική ἀστραπή
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αστραπή | αστραπές |
| Γενική | αστραπής | αστραπών |
| Αιτιατική | αστραπή | αστραπές |
| Κλητική | αστραπή | αστραπές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →