Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αστόχαστος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. αυτός δε σκέφτεται πριν ενεργήσει, που δρα απερίσκεπτα Βικιλεξικό
  2. αυτό γίνεται ή λέγεται με επιπολαιότητα, χωρίς να έχει προηγηθεί σκέψη Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αστόχαστος < α- στερητικό + στοχαστ- (< στοχάζομαι) + -ος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαστόχαστοςαστόχαστηαστόχαστο
Γενικήαστόχαστουαστόχαστηςαστόχαστου
Αιτιατικήαστόχαστοαστόχαστηαστόχαστο
Κλητικήαστόχαστεαστόχαστηαστόχαστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαστόχαστοιαστόχαστεςαστόχαστα
Γενικήαστόχαστωναστόχαστωναστόχαστων
Αιτιατικήαστόχαστουςαστόχαστεςαστόχαστα
Κλητικήαστόχαστοιαστόχαστεςαστόχαστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →