αστόχαστος
•
- αυτός δε σκέφτεται πριν ενεργήσει, που δρα απερίσκεπτα Βικιλεξικό
- αυτό γίνεται ή λέγεται με επιπολαιότητα, χωρίς να έχει προηγηθεί σκέψη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αστόχαστος < α- στερητικό + στοχαστ- (< στοχάζομαι) + -ος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αστόχαστος | αστόχαστη | αστόχαστο |
| Γενική | αστόχαστου | αστόχαστης | αστόχαστου |
| Αιτιατική | αστόχαστο | αστόχαστη | αστόχαστο |
| Κλητική | αστόχαστε | αστόχαστη | αστόχαστο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αστόχαστοι | αστόχαστες | αστόχαστα |
| Γενική | αστόχαστων | αστόχαστων | αστόχαστων |
| Αιτιατική | αστόχαστους | αστόχαστες | αστόχαστα |
| Κλητική | αστόχαστοι | αστόχαστες | αστόχαστα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →