ασυλλόγιστος
•
- για πρόσωπααπερίσκεπτος, αστόχαστος, επιπόλαιος Βικιλεξικό
- για πράξειςπου γίνεται χωρίς περίσκεψη Βικιλεξικό
- Έχασες όλα τα χρήματά σου λόγω ασυλλόγιστης σπατάλης τους.
Ετυμολογία
ασυλλόγιστος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἀσυλλόγιστος. Συγχρονικά αναλύεται σε α- στερητικό + (συλλογίζομαι) συλλογισ- + -τος < συλ- (σύν) + λογίζομαι
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ασυλλόγιστος | ασυλλόγιστη | ασυλλόγιστο |
| Γενική | ασυλλόγιστου | ασυλλόγιστης | ασυλλόγιστου |
| Αιτιατική | ασυλλόγιστο | ασυλλόγιστη | ασυλλόγιστο |
| Κλητική | ασυλλόγιστε | ασυλλόγιστη | ασυλλόγιστο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ασυλλόγιστοι | ασυλλόγιστες | ασυλλόγιστα |
| Γενική | ασυλλόγιστων | ασυλλόγιστων | ασυλλόγιστων |
| Αιτιατική | ασυλλόγιστους | ασυλλόγιστες | ασυλλόγιστα |
| Κλητική | ασυλλόγιστοι | ασυλλόγιστες | ασυλλόγιστα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →