συλλογιστικός
•
- που έχει σχέση με τον συλλογισμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένοσυλλογιστική Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συλλογιστικός < αρχαία ελληνική συλλογιστικός (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική syllogistique ή σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική syllogistic)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | συλλογιστικός | συλλογιστική | συλλογιστικό |
| Γενική | συλλογιστικού | συλλογιστικής | συλλογιστικού |
| Αιτιατική | συλλογιστικό | συλλογιστική | συλλογιστικό |
| Κλητική | συλλογιστικέ | συλλογιστική | συλλογιστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | συλλογιστικοί | συλλογιστικές | συλλογιστικά |
| Γενική | συλλογιστικών | συλλογιστικών | συλλογιστικών |
| Αιτιατική | συλλογιστικούς | συλλογιστικές | συλλογιστικά |
| Κλητική | συλλογιστικοί | συλλογιστικές | συλλογιστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →