Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συλλογιστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον συλλογισμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένοσυλλογιστική Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συλλογιστικός < αρχαία ελληνική συλλογιστικός (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική syllogistique ή σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική syllogistic)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυλλογιστικόςσυλλογιστικήσυλλογιστικό
Γενικήσυλλογιστικούσυλλογιστικήςσυλλογιστικού
Αιτιατικήσυλλογιστικόσυλλογιστικήσυλλογιστικό
Κλητικήσυλλογιστικέσυλλογιστικήσυλλογιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυλλογιστικοίσυλλογιστικέςσυλλογιστικά
Γενικήσυλλογιστικώνσυλλογιστικώνσυλλογιστικών
Αιτιατικήσυλλογιστικούςσυλλογιστικέςσυλλογιστικά
Κλητικήσυλλογιστικοίσυλλογιστικέςσυλλογιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →