ασφαλίτικος
•
- που έχει σχέση με ασφαλίτη ή αναφέρεται σʼ αυτόν Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένοασφαλίτικο: αυτοκίνητο που χρησιμοποιούν οι ασφαλίτες, ενίοτε με συμβατικές πινακίδες κι όχι μʼ αυτές που δείχνουν ότι ανήκει στην Ασφάλεια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ασφαλίτικος < ασφαλίτης + -ικος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ασφαλίτικος | ασφαλίτικη | ασφαλίτικο |
| Γενική | ασφαλίτικου | ασφαλίτικης | ασφαλίτικου |
| Αιτιατική | ασφαλίτικο | ασφαλίτικη | ασφαλίτικο |
| Κλητική | ασφαλίτικε | ασφαλίτικη | ασφαλίτικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ασφαλίτικοι | ασφαλίτικες | ασφαλίτικα |
| Γενική | ασφαλίτικων | ασφαλίτικων | ασφαλίτικων |
| Αιτιατική | ασφαλίτικους | ασφαλίτικες | ασφαλίτικα |
| Κλητική | ασφαλίτικοι | ασφαλίτικες | ασφαλίτικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →