Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ασφαλίτικος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με ασφαλίτη ή αναφέρεται σʼ αυτόν Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένοασφαλίτικο: αυτοκίνητο που χρησιμοποιούν οι ασφαλίτες, ενίοτε με συμβατικές πινακίδες κι όχι μʼ αυτές που δείχνουν ότι ανήκει στην Ασφάλεια Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ασφαλίτικος < ασφαλίτης + -ικος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήασφαλίτικοςασφαλίτικηασφαλίτικο
Γενικήασφαλίτικουασφαλίτικηςασφαλίτικου
Αιτιατικήασφαλίτικοασφαλίτικηασφαλίτικο
Κλητικήασφαλίτικεασφαλίτικηασφαλίτικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήασφαλίτικοιασφαλίτικεςασφαλίτικα
Γενικήασφαλίτικωνασφαλίτικωνασφαλίτικων
Αιτιατικήασφαλίτικουςασφαλίτικεςασφαλίτικα
Κλητικήασφαλίτικοιασφαλίτικεςασφαλίτικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →