ασχετίλα
•
- λαϊκότροποη ασχετοσύνη, η παντελής έλλειψη γνώσης για κάποιο θέμα Βικιλεξικό
- Αν φτώχεια σημαίνει πως λείπουν καλά ραδιόφωνα, μπορεί και να δείχνει πόση ασχετίλα υπάρχει.
- Ως τώρα, όλοι τους, αυτοί και άλλοι, προσπαθούσαν να κρύψουν την αμήχανη ασχετίλα τους πιπερολογώντας και κρυπτόμενοι πίσω από εκφράσεις τύπου «θα αγωνιστούμε τώρα από ένα νέο μετερίζι» με περισσότερο ντιριντάχτα.
Ετυμολογία
ασχετίλα < άσχετος + -ίλα < αρχαία ελληνική ἄσχετος < σχεῖν / ἔχω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ασχετίλα | ασχετίλες |
| Γενική | ασχετίλας | — |
| Αιτιατική | ασχετίλα | ασχετίλες |
| Κλητική | ασχετίλα | ασχετίλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →