άσχετος
•
- που δεν έχει σχέση, δεν συνδέεται, δεν σχετίζεται με το θέμα Βικιλεξικό
- Αυτό που λες είναι άσχετο. Μην προσπαθείς να αποπροσανατολίσεις τη συζήτηση.
- ο αδαής, που έχει πλήρη άγνοια Βικιλεξικό
- Τι λέει, ρε, ο άσχετος!
Ετυμολογία
άσχετος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἄσχετος < στερητικό ἄ- + σχε- (< σχεῖν του ρήματος ἔχω + -τος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | άσχετος | άσχετη | άσχετο |
| Γενική | άσχετου | άσχετης | άσχετου |
| Αιτιατική | άσχετο | άσχετη | άσχετο |
| Κλητική | άσχετε | άσχετη | άσχετο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | άσχετοι | άσχετες | άσχετα |
| Γενική | άσχετων | άσχετων | άσχετων |
| Αιτιατική | άσχετους | άσχετες | άσχετα |
| Κλητική | άσχετοι | άσχετες | άσχετα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →