σχέση
•
- ο τρόπος με τον οποίο δύο στοιχεία συνδέονται μεταξύ τους Βικιλεξικό
- Το δοκίμιο εξετάζει τη σχέση μεταξύ της οικονομικής ανάπτυξης και της πολιτισμικής άνθισης.
- Οι στατιστικές αποδεικνύουν τη σχέση τσιγάρου και καρκίνου του πνεύμονα.
- οι δεσμοί μεταξύ δύο ή περισσοτέρων ανθρώπων ή κοινωνικών ομάδων Βικιλεξικό
- Οι σχέσεις ανάμεσα στα μέλη της οικογένειας περνούσαν κρίση.
- Οι δύο χώρες διέκοψαν τις διπλωματικές τους σχέσεις.
- ο ερωτικός δεσμός, το ειδύλλιο Βικιλεξικό
- Η Μαρία αποφάσισε να διακόψει τη σχέση της με τον Γιάννη.
- Ο Γιάννης είναι η σχέση μου
- η επαφή, η επικοινωνία Βικιλεξικό
- Παρά την απόσταση, διατηρούμε τις σχέσεις μας.
- βάσεις δεδομένων, (σχεσιακές βάσεις δεδομένων) με δύο έννοιες: Βικιλεξικό
- Το βασικό δομικό στοιχείο του σχεσιακού μοντέλου είναι η σχέση (relation) ή πίνακας (table).
- Μιλώντας χωρίς αυστηρότητα, μπορούμε να πούμε ότι κάθε σχέση μοιάζει με έναν πίνακα ή, κατά κάποιο τρόπο, με ένα "επίπεδο" αρχείο εγγραφών.
- συμβολισμός: R(A_1,A_2,...,A_n), όπου A_1,A_2,...,A_n, είναι τα γνωρίσματα της σχέσης
- βάσεις δεδομένων, (σχεσιακές βάσεις δεδομένων) με δύο έννοιες: Βικιλεξικό
- υπώνυμα : ένα-προς-ένα, ένα-προς-πολλά, πολλά-προς-ένα, πολλά-προς-πολλά
Ετυμολογία
σχέση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική σχέσις < ἔχω : για σύγχρονους όρους < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική relation
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σχέση | σχέσεις |
| Γενική | σχέσης | σχέσεων |
| Αιτιατική | σχέση | σχέσεις |
| Κλητική | σχέση | σχέσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →