πράκτορας
•
- επάγγελμααυτός που επ' αμοιβή διεκπεραιώνει υποθέσεις άλλων Βικιλεξικό
- αυτός που ενεργεί μυστικά κατ' εντολή κάποιων (κυβέρνησης, οργάνωσης κ.λπ.) και φέρει εις πέρας διαταγές ή αποστολές Βικιλεξικό
- Βεβαίως, όσοι είχαν ένα δράμι μυαλό, έμπαιναν στον κόπο να σκεφτούν πως για πράκτορας παραήμουν φασαριόζος. Οι πράκτορες είναι συνήθως χαμηλών τόνων, παραμένουν στη σκιά, δικτυώνονται, δεν τραβούν τη δημοσιότητα πάνω τους, ούτε τρίβονται διαρκώς στην γκλίτσα του τσοπάνη. (Πέτρος Τατσόπουλος, Ήμουν κι εγώ εκεί, εκδ. Μεταίχμιο, 2016)
Ετυμολογία
πράκτορας < αρχαία ελληνική πράκτωρ ((μεταφραστικό δάνειο) ιταλική agente)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πράκτορας | πράκτορες |
| Γενική | πράκτορα / πράκτορος | πρακτόρων |
| Αιτιατική | πράκτορα | πράκτορες |
| Κλητική | πράκτορα | πράκτορες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →