ατζαμής
•
- που δε γνωρίζει καλά την τέχνη του με αποτέλεσμα να κάνει συχνά λάθη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ατζαμής < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀτζαμής (πληθυντικός ἀτζαμῆδες) < οθωμανική τουρκική عجمی (acemi) (τουρκική acemi) < αραβική عَجَمِيّ (ʿajamiyy) < أَعْجَم (ʾaʿjam, «αναλφάβητος», που δεν γνωρίζει αραβικά)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ατζαμής | ατζαμήδες |
| Γενική | ατζαμή | ατζαμήδων |
| Αιτιατική | ατζαμή | ατζαμήδες |
| Κλητική | ατζαμή | ατζαμήδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →