ατηγάνητος
•
- που δεν έχει τηγανιστεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ατηγάνητος < ατηγάνιστος με επιρροή απ’ το τηγανητός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ατηγάνητος | ατηγάνητη | ατηγάνητο |
| Γενική | ατηγάνητου | ατηγάνητης | ατηγάνητου |
| Αιτιατική | ατηγάνητο | ατηγάνητη | ατηγάνητο |
| Κλητική | ατηγάνητε | ατηγάνητη | ατηγάνητο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ατηγάνητοι | ατηγάνητες | ατηγάνητα |
| Γενική | ατηγάνητων | ατηγάνητων | ατηγάνητων |
| Αιτιατική | ατηγάνητους | ατηγάνητες | ατηγάνητα |
| Κλητική | ατηγάνητοι | ατηγάνητες | ατηγάνητα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →