Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ατηγάνητος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει τηγανιστεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ατηγάνητος < ατηγάνιστος με επιρροή απ’ το τηγανητός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήατηγάνητοςατηγάνητηατηγάνητο
Γενικήατηγάνητουατηγάνητηςατηγάνητου
Αιτιατικήατηγάνητοατηγάνητηατηγάνητο
Κλητικήατηγάνητεατηγάνητηατηγάνητο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήατηγάνητοιατηγάνητεςατηγάνητα
Γενικήατηγάνητωνατηγάνητωνατηγάνητων
Αιτιατικήατηγάνητουςατηγάνητεςατηγάνητα
Κλητικήατηγάνητοιατηγάνητεςατηγάνητα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →