Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ατμοηλεκτρικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που παράγει ηλεκτρισμό με τη συνδρομή του ατμού Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ατμοηλεκτρικός < ατμο- + ηλεκτρικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήατμοηλεκτρικόςατμοηλεκτρικήατμοηλεκτρικό
Γενικήατμοηλεκτρικούατμοηλεκτρικήςατμοηλεκτρικού
Αιτιατικήατμοηλεκτρικόατμοηλεκτρικήατμοηλεκτρικό
Κλητικήατμοηλεκτρικέατμοηλεκτρικήατμοηλεκτρικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήατμοηλεκτρικοίατμοηλεκτρικέςατμοηλεκτρικά
Γενικήατμοηλεκτρικώνατμοηλεκτρικώνατμοηλεκτρικών
Αιτιατικήατμοηλεκτρικούςατμοηλεκτρικέςατμοηλεκτρικά
Κλητικήατμοηλεκτρικοίατμοηλεκτρικέςατμοηλεκτρικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →